Αρχαιολογικός χώρος Φιλίππων
Ιστορικό
Η αρχαία πόλη των Φιλίππων ιδρύθηκε στις παρυφές των ελών που κάλυπταν το νοτιοανατολικό τμήμα της πεδιάδας της Δράμας. Η πόλη των Φιλίππων είναι ο σημαντικότερος αρχαιολογικός χώρος της Ανατολικής Μακεδονίας. Οι πρώτοι οικιστές της ήταν άποικοι από τη Θάσο, που ίδρυσαν στα 360 π.Χ. την αποικία των Κρηνίδων. Ακμή γνώρισε η πόλη κατά τα ελληνιστικά χρόνια.
Οι Θάσιοι άποικοι ίδρυσαν την αποικία γνωρίζοντας τον πλούτο της περιοχής σε πολύτιμα μέταλλα, ξυλεία και γεωργικά προϊόντα Πολύ γρήγορα (365 π.Χ.) η νέα αποικία, που απειλείται από τους Θράκες, ζητά τη βοήθεια του Φιλίππου Β΄, βασιλιά της Μακεδονίας. Αυτός διαβλέποντας την οικονομική και στρατηγική σημασία της πόλης την καταλαμβάνει, την οχυρώνει και της δίνει το όνομά του: Φίλιπποι.
Κατά την περίοδο ανάπτυξης της, στα ελληνιστικά χρόνια η πόλη απέκτησε το τείχος της, το θέατρο, δημόσια οικοδομήματα και ιδιωτικές κατοικίες. Η διέλευση μέσα από τους Φιλίππους της "Εγνατίας οδού", το 2ο π.Χ. αι., προσέδωσε στην πόλη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς τη μετέτρεψε σε σημείο αναφοράς της περιοχής.
Το 42 π.Χ. η δραματική μάχη των Φιλίππων έξω από τα δυτικά τείχη της πόλης άλλαξε εντελώς το χαρακτήρα της, αφού μετά την επικράτησή του ο Οκταβιανός τη μετέτρεψε σε ρωμαϊκή αποικία (Colonia Augusta Julia Philippensis). Έτσι η πόλη μεγαλώνει και αναδεικνύεται σε οικονομικό, διοικητικό και καλλιτεχνικό κέντρο.
Ένα άλλο σημαντικό γεγονός όμως έμελλε και πάλι να αλλάξει τη φυσιογνωμία της πόλης. Η έλευση του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος ίδρυσε εδώ την πρώτη χριστιανική εκκλησία σε ευρωπαϊκό έδαφος το 49/50 μ.Χ. Η επικράτηση της νέας θρησκείας και η μεταφορά της πρωτεύουσας του ρωμαϊκού κράτους στην Κωνσταντινούπολη προσέδωσαν αίγλη στους Φιλίππους. Κατά τα παλαιοχριστιανικά χρόνια (4ος -6ος μ.Χ. αιώνες.) ιδρύθηκαν, στη θέση των ρωμαϊκών κτηρίων, το συγκρότημα του ''Οκταγώνου'', με τον μητροπολιτικό ναό τον αφιερωμένο στον Απόστολο Παύλο, καθώς και τρεις μεγαλόπρεπες βασιλικές.
Η πόλη αρχίζει να εγκαταλείπεται στις αρχές του 7ου μ.Χ. αιώνα εξαιτίας μεγάλων σεισμών και σλαβικών επιδρομών. Επιζεί στα βυζαντινά χρόνια, ως οχυρό φρούριο, ενώ η ερήμωσή της ολοκληρώνεται με την τουρκική κατάκτηση στα τέλη του 14ου αιώνα.
Η ανασκαφική έρευνα άρχισε στους Φιλίππους στα 1914 από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή. Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Αρχαιολογική Υπηρεσία και η Αρχαιολογική Εταιρεία διενέργησαν συστηματικές ανασκαφές. Σήμερα η Αρχαιολογική Υπηρεσία, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή συνεχίζουν την αρχαιολογική έρευνα. Τα ευρήματα των ανασκαφών φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Φιλίππων. Κάθε χρόνο κατά τους καλοκαιρινούς μήνες (από το Μάιο ως το Σεπτέμβριο) γίνεται καθαρισμός του χώρου από τη βλάστηση για τη διευκόλυνση και την ασφαλή πρόσβαση των επισκεπτών.
Μυθολογικά / Ιστορικά Πρόσωπα ↑
Φίλιππος Β'
Ο επισκέπτης φτάνει σήμερα στον αρχαιολογικό χώρο Φιλίππων, στα δυτικά του Δημοτικού Διαμερίσματος Κρηνίδων, ακολουθώντας την επαρχιακή οδό Καβάλας-Δράμας. Τα σημαντικότερα μνημεία και αρχαιολογικά σύνολα του αρχαιολογικού χώρου είναι: Τα τείχη και η ακρόπολη, το θέατρο, η αγορά, η ''βασιλική Α'', η ''βασιλική Β'' και ένας οκταγωνικός ναός.
Τα τείχη ξεκινούν από την κορυφή του λόφου, όπου η οχυρή ακρόπολη, και περικλείουν τους πρόποδες του και τμήμα της πεδιάδας (πρώτη φάση -Φίλιππος Β΄- μέσα 4ου αιώνα π.Χ., δεύτερη φάση - Ιουστινιανός Α΄, 527-565 μ.Χ.). Στο εσωτερικό της ακρόπολης υπάρχει πύργος υστεροβυζαντινών χρόνων. Το συνολικό μήκος της περιμέτρου των τειχών φτάνει τα 3,5 χιλ..
Το θέατρο κτίστηκε πιθανότατα από τον βασιλιά Φίλιππο Β΄ στα μέσα περίπου του 4ου αιώνα π.Χ.. Στους 2ο και 3ο μ.Χ. αι. έγιναν σημαντικές αλλαγές και προσθήκες για να προσαρμοστεί η λειτουργία του στις ανάγκες των θεαμάτων της ρωμαϊκής εποχής.
Η ρωμαϊκή αγορά (forum) αποτελούσε το διοικητικό κέντρο των Φιλίππων στη ρωμαϊκή εποχή. Αποτελεί ένα ενιαία σχεδιασμένο συγκρότημα δημοσίων κτηρίων που οργανώνονται γύρω από μία κεντρική πλατεία με μνημειακά κτίσματα, τον βορειοανατολικό και τον βορειοδυτικό ναό. Στα βόρειά της αγοράς περνά ένας μεγάλος πλακόστρωτος δρόμος που έχει ταυτιστεί με την αρχαία Εγνατία Οδό.
Η βασιλική Α΄ χρονολογείται γύρω στο τέλος του 5ου αιώνα μ.Χ. Πρόκειται για μεγάλη τρίκλιτη βασιλική διαστάσεων 130x50μ., με εγκάρσιο κλίτος στην ανατολική πλευρά, τετράγωνο αίθριο, υπερώο πάνω από τα κλίτη και το νάρθηκα και ιδιότυπη φιάλη. Στο μεσαίο κλίτος διατηρούνται τμήματα της πολυτελούς πλακόστρωσης και μέρος του άμβωνα. Ιδιαίτερα εντυπωσιακές είναι οι τοιχογραφίες (μίμηση ορθομαρμάρωσης) του προθαλάμου του παρεκκλησίου.
Η βασιλική Β' χρονολογείται γύρω στα 550 μ.Χ. Πρόκειται για τρίκλιτη βασιλική με νάρθηκα και προσκτίσματα στα βόρεια και νότια (φιάλη, διακονικό). Το σχεδόν τετράγωνο κεντρικό κλίτος καλυπτόταν με τρούλο, ο οποίος στηριζόταν σε μεγάλους πεσσούς. Το ιερό βήμα στεγαζόταν με θόλο. Ο γλυπτός της διάκοσμος αντανακλά κωνσταντινοπολίτικη επίδραση.
Το ''Οκτάγωνο'' ήταν το ολοκληρωμένο συγκρότημα του επισκοπικού ναού των Φιλίππων. Περιλαμβάνει τον οκτάγωνο ναό που παρουσιάζει τρεις οικοδομικές φάσεις (από τα τέλη του 4ου /αρχές 5ου μέχρι τα μέσα του 6ου μ.Χ. αι.) και κτίστηκε στη θέση ευκτήριου οίκου αφιερωμένου στον Απόστολο Παύλο (αρχές 4ου αι. μ.Χ.). Ο οίκος αυτός είχε ιδρυθεί με τη σειρά του στη θέση υστεροελληνιστικού τάφου - ηρώου. Το συγκρότημα περιλαμβάνει ακόμη φιάλη, βαπτιστήριο, λουτρώνα, διώροφο επισκοπείο και μνημειακό πυλώνα προς την Εγνατία Οδό.
Θέατρο Φιλίππων ↑
Το αρχαίο θέατρο των Φιλίππων είναι σημαντικό μνημείο. Η σημερινή του μορφή είναι αποτέλεσμα διαδοχικών κτιριακών αλλαγών, οι οποίες αντιπροσωπεύουν διάφορες φάσεις της ιστορίας της πόλης. Βρίσκεται στη νοτιοανατολική πλαγιά του λόφου της ακρόπολης, σε επαφή με το ανατολικό τείχος της πόλης, στο οποίο και στηρίζεται.
Η αρχική φάση του, που είναι σύγχρονη με τα τείχη της πόλης, ανάγεται στα χρόνια του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου Β΄(μέσα του 4ου αι. π.Χ.). Από τη φάση αυτή σώζονται οι αναλημματικοί τοίχοι (κατακόρυφοι τοίχοι που στήριζαν το κοίλο του θεάτρου) του κοίλου, δηλαδή του χώρου όπου κάθονται οι θεατές, και των παρόδων, των διαδρόμων που οδηγούσαν προς την ορχήστρα του θεάτρου. Την εποχή αυτή η ορχήστρα, ο υπαίθριος κεντρικός χώρος όπου «παίζουν? οι ηθοποιοί, είχε σχήμα πετάλου.
Το θέατρο αυτό, εξακολούθησε να χρησιμοποιείται και από τους Ρωμαίους αποίκους, αφού διασκευάστηκε για να προσαρμοστεί στα νέα θεάματα της ρωμαϊκής κοινωνίας και για να δεχθεί πολυάριθμους θεατές.
Τον 2ο αι. μ.Χ., το θέατρο αποκτά τυπική ρωμαϊκή μορφή, με μεγαλοπρεπές τριώροφο κτήριο σκηνής, ορχήστρα στρωμένη με μαρμάρινες πλάκες και κοίλο που επεκτείνεται επάνω από τις παρόδους, οι οποίες καλύπτονται με θολωτές κατασκευές. Μια εικόνα της μορφής αυτής του θεάτρου μας δίνει η νότια στοά του κτηρίου της σκηνής, που αναστηλώθηκε πρόσφατα και φέρει στα μέτωπα των πεσσών ανάγλυφες πλάκες με παραστάσεις που σχετίζονται με το θεό Διόνυσο (μαινάδες κ.ά.).
Τον 3ο αι. μ.Χ. το θέατρο μετατρέπεται σε αρένα για τις θηριομαχίες. Κατεδαφίζεται το προσκήνιο και αφαιρούνται οι πρώτες σειρές των καθισμάτων του κοίλου. Στην περιφέρεια της ορχήστρας υψώνεται τοίχος, ύψους 1,20μ., με κιγκλίδωμα για την προστασία των θεατών από τα θηρία. Μάλιστα για την παραμονή και την ευκολότερη μεταφορά των θηρίων στην αρένα, δημιουργήθηκε στο νότιο άκρο της ορχήστρας, ένας μεγάλος ορθογώνιος υπόγειος χώρος. Στη φάση αυτή θα πρέπει να κατασκευάστηκε και το επιθέατρο, μία καμαροσκέπαστη κατασκευή στο ψηλότερο μέρος του κοίλου, που στήριζε νέες σειρές εδωλίων και αύξησε την χωρητικότητα του θεάτρου.
Στους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους (τέλος 3ου-αρχές 4ου μ.Χ. αι.) πρέπει να κτίστηκαν τα δύο τόξα για την αντιστήριξη του θεάτρου στο γειτονικό τείχος.
Στα παλαιοχριστιανικά χρόνια (5ος-6ος μ.Χ. αι.) το θέατρο παύει να λειτουργεί ως χώρος παραστάσεων. Η εγκατάλειψή του πρέπει να σχετίζεται με την επικράτηση του χριστιανισμού και τα νέα ήθη που δεν ήταν πια σύμφωνα με τις θηριομαχίες ή τις θεατρικές παραστάσεις. Η στοά στο πίσω μέρος του κτηρίου της σκηνής διασκευάζεται σε χώρο εργαστηρίων. Με την καταστροφή της σκηνής από πυρκαγιά, που πιθανότατα σχετίζεται με το μεγάλο σεισμό που κατέστρεψε την πόλη των Φιλίππων στις αρχές του 7ου μ.Χ. αι., αρχίζει το συστηματικό γκρέμισμα του θεάτρου με σκοπό τη χρησιμοποίηση των μελών του ως οικοδομικού υλικού για την κατασκευή νέων οικοδομών.
Στη διάρκεια των πρώιμων Βυζαντινών χρόνων το κτίριο της σκηνής και η περιοχή στα νοτιανατολικά του θεάτρου φιλοξενεί εργαστήρια. Τέλος, στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, ο λιθόστρωτος δρόμος, που ως τις αρχές του 20ου αι. ένωνε την Καβάλα με τη Δράμα διασχίζοντας τον αρχαιολογικό χώρο των Φιλίππων, περνά μπροστά από το θέατρο.
Οι πρώτες πληροφορίες που έχουμε για το θέατρο στη σύγχρονη εποχή προέρχονται από τους Ευρωπαίους περιηγητές που επισκέπτονται την περιοχή από τα μέσα του 16ου αι. Η συστηματική ανασκαφή του θεάτρου ξεκινά το 1921-1927 από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή και συνεχίζεται στο τέλος της δεκαετίας του '50 από την Αρχαιολογική Υπηρεσία με τον Δ. Λαζαρίδη. Στο διάστημα αυτό το θέατρο δέχθηκε γρήγορες και πρόχειρες επεμβάσεις για να μπορέσει να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του φεστιβάλ Φιλίππων. Η ΙΗ΄ ΕΠΚΑ Καβάλας ξανάρχισε το 1974 τις ανασκαφικές έρευνες και από το 1993, σε συνεργασία με το Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Α.Π.Θ., ξεκίνησε πρόγραμμα με ανασκαφικές έρευνες, μελέτες συντήρησης, αποκατάστασης και αναστήλωσης του θεάτρου, που βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη.
Παλαιοχριστιανικοί Φίλιπποι ↑
Το πέρασμα του Αποστόλου Παύλου από τους Φιλίππους το χειμώνα του 49 μ.Χ. αποτέλεσε καίρια τομή στην ιστορία των Φιλίππων. Την εποχή αυτή, η πόλη που ίδρυσε το 356 π.Χ. ο Μακεδόνας βασιλιάς Φίλιππος σε μια στρατηγική θέση που έλεγχε διαβάσεις, εύφορη γη και μεταλλεία, μετρούσε ήδη έναν αιώνα ζωής ως ρωμαϊκή αποικία. Η κοσμοϊστορική μάχη των Φιλίππων τον Οκτώβριο του 42 π.Χ. που έθεσε τις βάσεις για την ρωμαϊκή κοσμοκρατορία, επέδρασε ριζικά και στην τύχη των μακεδονικών Φιλίππων που στα χρόνια των διαδόχων του Αλεξάνδρου είχαν χάσει τη σημασία τους. Με την εγκατάστση βετεράνων στρατιωτών της μάχης και αποίκους οι Φίλιπποι εξελίχθηκαν στην ξακουστή Colonia Augusta Julia Philippensis, διοικητικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής. Ο απόστολος και η συνοδεία του κήρυξαν τη νέα θρησκεία σε έναν τόπο, όπου κυριαρχούσε η λατινική γλώσσα και η ρωμαϊκή παράδοση με έναν μικτό πληθυσμό από Ρωμαίους, Εβραίους, γηγενείς Έλληνες και εξελληνισμένους Θράκες. Το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου είχε ως αποτέλεσμα την ίδρυση της πρώτης χριστιανικής κοινότητας επί ευρωπαϊκού εδάφους. Με την επικράτηση του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας της νέας οικουμενικής αυτοκρατορίας οι Φίλιπποι έγιναν έδρα μητροπολίτη, ενώ η ανάμνηση της επίσκεψης και της φυλάκισης του Παύλου και του Σίλα έμεινε βαθιά τυπωμένη στη μνήμη των χριστιανών και έδωσε έναν οικουμενικό χριστιανικό προσκυνηματικό χαρακτήρα στην πόλη. Στον 5ο και 6ο αι., αιώνες θριάμβου της νέας θρησκείας, ιδρύθηκαν μεγάλα θρησκευτικά οικοδομήματα και προσκυνηματικά κέντρα τα οποία λόγω θέσης και όψης άλλαξαν τον πολεοδομικό ιστό και την εικόνα της πόλης. Ήδη όμως από τον 4ο αι. οι Φίλιπποι βρέθηκαν πάνω στο δρόμο βαρβαρικών επιδρομών. Το 473 μ.Χ. οι Γότθοι έφθασαν μπροστά από τα τείχη της πόλης και πυρπόλησαν τα προάστειά της. Στα τέλη του 6ου αι.-αρχές 7ου αι. η πόλη δοκιμάστηκε από τους καταστρεπτικούς σεισμούς που με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη έπληξαν ολόκληρη την Ανατολική Μακεδονία. Τα μεγάλα κτίρια καταστράφηκαν και στα ερείπιά τους ανιδρύθηκαν μικρότεροι χώροι λατρείας. Την ίδια εποχή οι σλαβικές επιδρομές στην ευρύτερη περιοχή της Βαλκανικής επέτειναν τα φαινόμενα παρακμής και αποσάθρωσης του αρχαίου αστικού βίου. Η περιτειχισμένη έκταση σταδιακά εγκαταλείφθηκε, οι κάτοικοι αποτραβήχτηκαν στα ορεινά. Η πόλη σταδιακά έχασε τη σημασία της ως διοικητικό, οικονομικό και θρησκευτικό αστικό κέντρο και μεταβλήθηκε σε οχυρωμένη ακρόπολη. Επιγραφή που αναφέρει επισκευή της οχύρωσής της στα χρόνια του Νικηφόρου Φωκά (963-969) αποδίδεται στην επανοχύρωση της ακρόπολης. Δεν είναι απίθανο όμως να συνδέεται με τον περίβολο που εντοπίστηκε τελευταία γύρω από τη δυτική είσοδο του αρχικού περιβόλου, περιορίζοντας έτσι τους μεσοβυζαντινούς Φιλίππους σε τμήμα της αρχαίας και παλαιοχριστιανικής πόλης, φαινόμενο συνηθισμένο στη μεσοβυζαντινή εποχή (Αμφίπολη- Άβδηρα-Μαρώνεια). Η θέση της πάντως πάνω στη βασική οδική αρτηρία Ανατολής - Δύσης είναι ο λόγος που δεν έχασε τελείως τη σημασία της. Στα μέσα του 12ου αι. την επισκέφθηκε ο Άραβας γεωγράφος Ιdrisi ο οποίος την περιέγραψε ως εμπορικό κέντρο με ζωηρή κίνηση. Στον 14ο αι. το όνομα των Φιλίππων αναφέρεται αρκετά συχνά σε σχέση με τις κινήσεις των αντιμαχόμενων πλευρών κατά την εμφύλια δαμάχη. Η άλωση των Σερρών στα 1383 και της Θεσσαλονίκης στα 1387 σήμανε και την οριστική ενσωμάτωση της πιεροχής στο Οθωμανικό κράτος. Είναι άγνωστο πότε και γιατί ερημώθηκαν τελείως. Στα 1546-49 που την επισκέφθηκε ο περιηγητής Belon υπήρχαν πέντε-έξι σπίτια. Από το λαμπρό παρελθόν της έστεκαν όρθιοι, φάροι μιας ένδοξης εποχής, οι τεράστιοι πεσσοί της Βασιλικής Β΄ που έδωσαν και το τουρκικό όνομα στην περιοχή: DIRECLER, τουρκική λέξη με την οποία αποδίδεται κάθε ψηλό κατακόρυφο στήριγμα.
Η πόλη των Φιλίππων εκτείνεται στη βάση ενός λόφου που αποσπάται από τους γύρω ορεινούς όγκους του Ορβήλου Όρους και εισχωρεί στην πεδιάδα. Ο λόφος με τη χαρακτηριστικό κωνικό σχήμα είναι ορατός από όλα σχεδόν τα σημεία της πεδιάδας. Ο περίβολος των τειχών σχηματίζει ένα πλαγιαστό ορθογώνιο και έχει συνολική περίμετρο 3.500 μ. Οι μακριές πλευρές ξεκινούν από την κορυφή του λόφου και προχωρώντας στις απότομες κατωφέρειες περικλείουν όλη την νότια πλαγιά του λόφου και ένα τμήμα της πεδινής έκτασης που αναπτυσσόταν στις παρυφές του έλους. Η αρχαιότερη φάση του ανάγεται στα χρόνια του Φιλίππου Β'. Τα τείχη της φάσης αυτής, κτισμένα με μεγάλους μαρμαρόπλινθους κατά το ισοδομικό σύστημα τοιχοποιίας είναι σήμερα ορατά κυρίως στο ανατολικό σκέλος. Από τις πύλες έχουν εντοπιστεί ανασκαφικά μόνο τρεις, οι δύο στη δυτική πλευρά και η τρίτη στην ανατολική, γνωστή ως πύλη της Νεάπολης, διότι οδηγούσε στο επίνειο των Φιλίππων, την αρχαία Νεάπολη (Καβάλα). Βρίσκεται σχεδόν στο μέσο του ανατολικού σκέλους σε αντιστοιχία με τη δυτική πύλη και πλαισιώνεται από δύο πύργους. Πύργοι τετράπλευροι ενίσχυαν κατά διστήματα και τη συνολική περίμετρο των τειχών. Η κορυφή του λόφου περικλείεται από ένα ξεχωριστό τείχος και αποτελούσε την ακρόπολη της αρχαίας πόλης. Στα τείχη της ακρόπολης διακρίνονται οι διάφορες φάσεις. Στο εσωτερικό υψώνεται μεγάλος τετράπλευρος πύργος που ανήκει στην υστεροβυζαντινή φάση.
Από την οργάνωση της πόλης στα χρόνια του Φιλίππου ελάχιστα έχουν έρθει στο φως. Απεναντίας η ρωμαϊκή φάση της πόλης έχει σκιαγραφηθεί στις γενικές της γραμμές. Την πόλη διέσχιζε από ανατολή σε δύση η Εγνατία οδός διαχωρίζοντας τις υπώρειες του λόφου από το πεδινό τμήμα. Μια δεύτερη οδός που συνέκλινε προς την Εγνατία, αποτελούσε την εμπορική αρτηρία της πόλης. Κάθετες οδοί διαμόρφωναν μεγάλες οικοδομικές νησίδες. Το ρωμαϊκό Forum, μεγάλη πλατεία με συμμετρικά διατετεγμένα τους χώρους που εξυπηρετούσαν τις διοικητικές, θρησκευτικές και κοινωνικές λειτουργίες της πόλης, αναπτύχθηκε ανάμεσα στις δυο βασικές αρτηρίες, σχεδόν στο μέσο της πεδινής έκτασης. Σε αυτή την υπάρχουσα πολεοδομική οργάνωση ανεγέρθηκαν τα οικοδομήματα της χριστιανικής φάσης τα οποία άλλαξαν έν μέρει τον πολεοδομικό ιστό. Ο πρώτος ευκτήριος οίκος κτίστηκε πάνω από ένα ελληνιστικό τάφο -ηρώο, ενώ για την ανέγερση της βασιλικής Β θυσιάστηκε η παλαίστρα, δύο δευτερεύουσες οδοί και τμήμα της εμπορικής αγοράς.
Βασιλική Α : Βρίσκεται στα πρώτο άνδηρο του υψώματος. Ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής με εγκάρσιο κλίτος και διακρίνεται για το μεγάλο μέγεθός της (130Χ50 μ.) και τη μεγαλοπρέπεια του γλυπτού διακόσμου της. Μνημειακή κλίμακα που ξεκινούσε από την Εγνατία οδό οδηγεί σε περίστυλη αυλή στο μέσο της οποίας υπάρχει μια δεξαμενή νερού. Ακολουθεί τετράστωο αίθριο, τη δυτική πλευρά του οποίου κατελάμβανε η φιάλη με δίτονη κιονοστοιχία και πέντε κόγχες. Τρεις είσοδοι οδηγούσαν από το αίθριο στο νάρθηκα και ισάριθμες από τον νάρθηκα στον κυρίως ναό. Μεγάλη ημικυκλική κόγχη ανοιγόταν στον ανατολικό τοίχο. Στη βόρεια πλευρά αναπτύσσονται προσκτίσματα τα οποία είναι προσιτά μέσω του νάρθηκα.
Βασιλική Β : Ιδρύθηκε στο κέντρο σχεδόν της ρωμαϊκής πόλης, νότια από την αγορά και πάνω σε ρωμαϊκά κτίρια. Οι τέσσερις τεράστιοι πεσσοί που ανήκαν στα ερείπιά της ήταν πάντοτε ορατοί και προκαλούσαν την περιέργεια των φιλάρχαιων περιηγητών. Πρόκειται για τρίκλιτη τρουλαία βασιλική. Ο τρούλος που σκέπαζε το ιερό και το χώρο που βρίσκεται μπροστά απο αυτό. Δύο κιονοστοιχίες με έξι κίονες χώριζαν το εσωτερικό σε τρία κλίτη. Επάνω από τα πλάγια κλίτη ήταν ο γυναικωνίτης που είχε τη μορφή Π. Ο μαρμάρινος στυλοβάτης του τέμπλου σώζεται στη θέση του. Στα ανατολικά εξέχει η ημικυκλική αψίδα του ιερού βήματος. Βόρεια και νότια αναπτύσσονται διάφορα προσκτίσματα. Στα βοριοανατολικά υπάρχει το βαπτιστήριο. Το δάπεδό του είναι πλακόστρωτο και στο μέσο έχει μια τετράγωνη αβαθή λεκάνη εφοδιασμένη με αγωγό για την αποχέτευση του νερού. Η βασιλική χρονολογείται στα 550 μ.Χ. και απηχεί την τέχνη της Κωνσταντινούπολης.
Οκτάγωνο: Ανατολικά της αγοράς, στο κέντρο σχεδόν της πόλης, βρίσκεται το σημαντικότερο χριστιανικό οικοδόμημα. Πυρήνας του μεγάλου αυτού συγκροτήματος είναι ο καμαροσκεπής τάφος των ελληνιστικών χρόνων που αποτελούσε αρχικά το υπόγειο τμήμα ενός εθνικού ηρώου. Δίπλα στο ηρώο ιδρύθηκε το 312-342 μ.Χ. ο πρώτος χριστιανικός ευκτήριος οίκος, η βασιλική, αφιερωμένη στον Απόστολο Παύλο, σύμφωνα με την επιγραφή του ψηφιδωτού δαπέδου. Γύρω στα 400, ο μικρός ναός καθαιρέθηκε και τη θέση του κατέλαβε ελεύθερο οκτάγωνο με αβαθή κόγχη στην ανατολική πλευρά. Εσωτερικά δίτονη κιονοστοιχία πάνω σε μαρμάρινο στυλοβάτη που ακολουθούσε το περίγραμμα της κάτοψης διαμόρφωνε έναν εσωτερικό δακτύλιο που στήριζε πυραμιδοειδή στέγη. Το δάπεδο ήταν στρωμένο με πολύχρωμα μαρμαροθετήματα.
Στα μέσα του 5ου αι. το ελεύθερο οκτάγωνο μετατράπηκε σε εγγεγραμμένο με την προσθήκη εξωτερικών τοίχων που σχημάτισαν ένα τετράγωνο, στις τέσσερις γωνίες του οποίου ανοίχθηκαν ημικυκλικές κόγχες. Ο ναός αυτός με διάφορες μετασκευές διατηρήθηκε έως τον 7ο αι. Γύρω του αναπτύσσονται τα διάφορα προσκίσματα, η φιάλη και το βαπτιστήριο. Η πρόσβασή του από την Εγνατία γινόταν μέσω τρίκλιτης στοάς με μνημειακό πρόπυλο. Δυτικά της στοάς αναπτύσσονται δωμάτια, οι ξενώνες των προσκυνητών και μία αυλή που επικοινωνούσε με την Εμπορική οδό.
Επισκοπείον: Ανατολικά του Οκταγώνου εκτείνεται το Επισκοπείον, κτιριακό συγκρότημα με τέσσερες πτέρυγες διαμερισμάτων γύρω από μια μικρή υπαίθρια αυλή, που περιελάμβαναν αποθήκες, εστία, ληνούς και πιθώνες. Η νότια και δυτική πτέρυγα ήταν διώροφες με τους χώρους κατοικίας, υποδοχής και συγκέντρωσης του κλήρου στον όροφο.
Πληροφορίες ↑
- Εισιτήρια
Ολόκληρο: €3, Μειωμένο: €2
- Ώρες Λειτουργίας
Χειμερινό:
Από 01.11.2007 έως 31.03.2008
08:30-15:00
Μονή βάρδια
Θερινό:
08:00 - 19:30.
Ημέρες Αργίας
25 Μαρτίου: κλειστά
- Πρόσβαση στον Αρχαιολογικό Χώρο
Βρίσκεται δίπλα στο Δ.Δ.Κρηνίδων, 15 χλμ. από την Καβάλα και 21 χλμ. από την Δράμα. Ο επισκέπτης μπορεί να χρησιμοποιήσει την τακτική συγκοινωνία των υπεραστικών λεωφορείων (ΚΤΕΛ) ή Ι.Χ. αυτοκίνητο. 31 χλμ. ανατολικά της Καβάλας υπάρχει ο κρατικός αερολιμένας Καβάλας.
- Πωλητήριο
Δεν υπάρχει ξεχωριστό πωλητήριο. Πωλούνται κάρτες, slides και κάποιες λίγες εκδόσεις του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απολλοτριώσεων στα δύο εκδοτήρια εισιτηριών που υπάρχουν στις εισόδους του αρχαιολογικού χώρου.
Εικονική Περιήγηση ↑

Εικονική Περιήγηση - Virtual Tour κάντε κλικ εδώ...
Φωτογραφίες ↑



